Unrecognizable professional female psychologist writing on clipboard while sitting against client on blurred background during psychotherapy session in light office

ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία

ψυχοδυναμική προσέγγιση

Η σύγχρονη ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία βασίστηκε αρχικά στην Φροϋδική θεωρία περί του ψυχικού οργάνου όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Sigmund Freud και την πρώτη γενιά ψυχαναλυτών κάποιοι εκ των οποίων ήταν οι Sandor Ferenczi, Otto Rank, Alfred Adler, Karl Abraham, Carl Jung1. Στις δεκαετίες που ακολουθησαν η αρχική θεωρία των ενορμήσεων, του Οιδιποδείου κτλ, μετεξελίχθηκε στη θεωρία της σύγχρονης ψυχανάλυσης (Object Relation Theory), ενώ η κλινική του ντιβανιού έδωσε τη θέση της στην πρόσωπο με πρόσωπο διάταξη θεραπευτή θεραπευόμενου. Κάποιοι από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ψυχανάλυσης ήταν οι Melanie Klein, Ronald Fairbairn, Donald Winnicott, Wilfred Bion, Heinz Kohut,Otto Kernberg, Jacques Lacan, Margaret Mahler,Karen Horney, Irvin Yalom και άλλοι.

Σκοπός της σύγχρονης ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας είναι η θεραπεία των ψυχικών διαταραχών, διαταραχές συναισθήματος και σκέψης, οι οποίες εκφράζονται ως νευρωτικά συμπτώματα. Η θεραπεία ξεκινά με την επιθυμία του ατόμου να αποδεχτεί την ύπαρξη των συμπτωμάτων αυτών και να αναζητήσει τις αιτίες που τα δημιούργησαν. Στην συνέχεια η θεραπευτική σχέση παρέχει το ασφαλές πλαίσιο για την σταδιακή εμβάθυνση στο προσωπικό νόημα που αυτά τα συμπτώματα έχουν. Η ανεύρεση του νοήματος θα βοηθήσει το άτομο να καταλάβει πως σχηματίστηκαν και με τι τρόπο καθόρισαν την εικόνα που έχει για τον εαυτό του και τους άλλους. Με άλλα λόγια, η αποδοχή των ψυχολογικών συμπτωμάτων και συνειδητοποίηση των αιτιών τους θα θέσει τη βάση για την σταδιακή θεραπεία από αυτά. Τα συμπτώματα αυτά όχι μόνο δεν ήταν κάτι αρνητικό την περίοδο της ψυχικής ανάπτυξης κατά την οποία δημιουργήθηκαν αλλά αντιθέτων, ήταν το μέσο σωτηρίας του ψυχισμού από το καταλυτικό άγχος που βίωνε στις σχέσεις του με τους φροντιστές.

Η εμβάθυνση στο προσωπικό νόημα γίνεται βιωματικά και όχι θεωρητικά, ως εκ τούτου απαιτείται η συναισθηματική επιστροφή στις παρελθοντικές περιόδους της ζωής του αναλυόμενου μέσω της σχέσης που θα αναπτύξει με τον ψυχοθεραπευτή. Λόγω της δυσκολίας και του χρόνου που απαιτείται για την ανάπτυξη της σχέσης αυτής, έτσι ώστε να μπορέσει ο θεραπευόμενος να νιώσει ασφάλεια και να αφεθεί να ανακαλέσει εμπειρίες οι οποίες βιώθηκαν ως βαθιά τραυματικές, η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί μια γρήγορη λύση. Αντιθέτως, απαιτεί μια σχετικά μακρόχρονη (συνήθως από δύο έως πέντε έτη) δέσμευση στη διερεύνηση του προσωπικού παρελθόντος έτσι ώστε να γίνει σταδιακά εμφανής και άρα ικανός προς συνειδητοποίηση ο τρόπος που αυτό το παρελθόν επαναλαμβάνεται νοητικά και συναισθηματικά στο παρόν. Η επανάληψη αυτή η οποία συμβαίνει ασυνείδητα, θα αποτελέσει την βάση για την σταδιακή μεταβίβαση των πιο δύσκολων συναισθημάτων από το παρελθόν στο παρόν ώστε να ξετυλιχθεί το ψυχοθεραπευτικό μονοπάτι.

.....η αποδοχή των ψυχολογικών συμπτωμάτων και συνειδητοποίηση των αιτιών τους θα θέσει τη βάση για την σταδιακή θεραπεία από αυτά.Τα συμπτώματα αυτά όχι μόνο δεν ήταν κάτι αρνητικό την περίοδο της ψυχικής ανάπτυξης κατά την οποία δημιουργήθηκαν αλλά αντιθέτως,ήταν το μέσο σωτηρίας του ψυχισμού από το καταλυτικό άγχος που βίωνε στις σχέσεις του με τους φροντιστές.

ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο

Η σύγχρονη ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία απαιτεί τουλάχιστον μια συνεδρία την εβδομάδα. Η συχνότητα αυτή έχει προσδιοριστεί εμπειρικά ως η μικρότερη δυνατή ώστε να δημιουργηθεί μια πραγματική σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου ώστε να αναδυθούν συναισθήματα και σκέψεις προς συνειδητή επεξεργασία. Ο ελεύθερος συνειρμός είναι η δεύτερη συνθήκη και αναφέρεται στην διαδικασία εξωτερίκευσης μέσω της ομιλίας οποιασδήποτε σκέψης περνάει από το νου του θεραπευόμενου. Ο ελεύθερος συνειρμός είναι κάτι που εξελίσσει την σχέση του ατόμου με τον θεραπευτή και ταυτόχρονα με βαθύτερα μέρη του ψυχισμού του φέρνοντας στην επιφάνεια καταπιεσμένα συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει διότι η ομιλία γίνεται η αιτία της απελευθέρωσης συναισθηματικού φορτίου το οποίο διατηρούνταν στο ασυνείδητο, με άλλα λόγια το κρατούσαμε απωθημένο λόγω του άγχους που μας δημιουργούσε το ενδεχόμενο να επιτραπεί στο καταπιεσμένο συναίσθημα να έρθει στην επιφάνεια.

Η μεταβίβαση/αντιμεταβίβαση αναφέρεται στο συναισθηματικό φορτίο που θα αναδυθεί εντός της θεραπευτικής σχέσης. Πιο συγκεκριμένα, λόγω της συνύπαρξης των δύο παραπάνω συνθηκών, σταθερή συχνότητα και ελεύθερος συνειρμός, ο θεραπευόμενος θα μεταβιβάσει συναισθήματα και σκέψεις από το παρελθόν στη σχέση του με τον θεραπευτή. Αυτή η διαδικασία προβολής συμβαίνει ασυνείδητα και δεν αφορά αποκλειστικά την θεραπευτική σχέση αλλά κάθε ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Στην θεραπευτική σχέση όμως και σε αντιδιαστολή με την οποιαδήποτε άλλη σχέση θα δοθεί η δυνατότητα για την σταδιακή συνειδητοποίηση των προβολών του παρελθόντος στο εδώ και τώρα των συνεδριών, κάτι που θα οδηγήσει στη καθαρότερη παρατήρηση και αποδοχή του τρόπου που εκδηλώνονται τα συμπτώματα, της επιρροής που ασκούν στις σχέσεις του θεραπευόμενου με τους σημαντικούς άλλους καθώς και των συμπεριφορών εκείνων λόγω των οποίων συνεχίζουν να διατηρούνται ενεργά.

Με άλλα λόγια εάν ένας θεραπευόμενος έχει βιώσει στην παιδική του ηλικία έναν αυταρχικό και συναισθηματικά απόμακρο πατέρα είναι πολύ πιθανό να βιώσει με παρόμοιο τρόπο τον θεραπευτή. Δηλαδή να προβάλει στη θεραπευτική σχέση την σχέση που είχε κάποτε με τον πατέρα του. Αυτό όχι μόνο δεν είναι αρνητικό αλλά είναι απόλυτα θεμιτό έτσι ώστε να συνειδητοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι προβολές δεν του επιτρέπουν να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις στο παρόν. Εάν η ψυχοθεραπεία είναι σε κάτι χρήσιμη είναι στο να προσφέρει τις συνθήκες να συνειδητοποιήσουμε αυτές τις ασυνείδητες προβολές μας.

Ταυτόχρονα ο ψυχοθεραπευτής μέσα από αυτό που νιώθει (αντιμεταβίβαση), θα είναι σε θέση να καθρεφτίσει στο θεραπευόμενο τα μέρη του εαυτού που δεν μπορεί να δει, αλλά λόγω των οποίων επαναλαμβάνει τις ίδιες λανθασμένες συμπεριφορές οι οποίες διατηρούν τον ψυχικό πόνο. Για παράδειγμα ένας θεραπευόμενος που δεν ένιωσε ως παιδί αποδοχή θα κάνει τα πάντα ως ενήλικας για να την κερδίσει. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μην ευχαριστιέται με κανένα κατόρθωμα και να απαιτεί από τον εαυτό του πάντα κάτι περισσότερο, να είναι πάντα ο καλύτερος, ο ευφυέστερος κτλ. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μονίμως να απογοητεύεται και να εξουθενώνεται χωρίς να καταλαβαίνει από που πηγάζει αυτή η εξουθένωση. Αυτό λοιπόν θα το εισπράξει ο θεραπευτής ως μια αίσθηση που θα του δώσει ο θεραπευόμενος, για παράδειγμα λόγω του γεγονότος ότι θα προσπαθεί συνεχώς να τον εντυπωσιάσει επιθυμώντας να είναι ο καλύτερος θεραπευόμενος του. Μέσω αυτής τη αίσθησης ο θεραπευτής θα καταλάβει τι είναι αυτό που θα χρειαστεί κάποια στιγμή να καθρεφτίσει στον θεραπευόμενο, ώστε να τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει από που πηγάζουν αυτές οι εξουθενωτικές απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό του.

Ο θεραπευτής θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα συναισθήματα που του διακινεί ο θεραπευόμενος προς όφελος του δεύτερου διότι πρώτον, δέχτηκε το αίτημα του θεραπευόμενου επειδή ταυτίστηκε σε κάποιο βαθμό μαζί του σαν άνθρωπος και όχι μόνο λόγω επαγγελματική ιδιότητας. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να τον συναισθανθεί. Δεύτερον λόγω του γεγονότος ότι ο ίδιος έχει διανύσει το ψυχοθεραπευτικό μονοπάτι όχι μόνο όταν έκανε την δική του ψυχοθεραπεία αλλά και με κάθε θεραπευόμενο ο οποίος ολοκλήρωσε τη δική του. Τρίτον λόγω της θεωρητικής του κατάρτισης.

Εάν η ψυχοθεραπεία είναι σε κάτι χρήσιμη είναι στο να προσφέρει τις συνθήκες να συνειδητοποιήσουμε αυτές τις ασυνείδητες προβολές μας.

η ψυχική διαταραχή εκφράζεται με τη μορφή ψυχοσωματικών συμπτωμάτων

Σύμπτωμα ή νευρωτικό σύμπτωμα ονομάζεται το οποιοδήποτε έντονα δυσάρεστο και επαναλαμβανόμενο συναίσθημα, σκέψη ή πράξη, λόγω του οποίου η καθημερινότητα χάνει την απολαυστική της διάσταση ενώ η εργασία γίνεται πιο δύσκολη από το αναμενόμενο. Οι στενές σχέσεις βιώνονται ως μη υποφερτές λόγω έντονα αντιθετικών συναισθημάτων. Ένα από τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι το αδικαιολόγητα έντονο άγχος το οποίο προκύπτει κατά την διάρκεια των κοινωνικών συναναστροφών και είναι ικανό να ακινητοποιεί άλλες ψυχικές λειτουργίες όπως σκέψη, συγκέντρωση, έκφραση τρυφερότητας. Λόγω των ψυχοσυναισθηματικών συμπτωμάτων η προσήλωση σε κάποιο στόχο ή επιθυμία καθίσταται δύσκολη, εγκλωβίζοντας σε σημαντικό βαθμό την συναισθηματική και πνευματική δημιουργικότητα του ατόμου.

Κάποια από τα συμπτώματα για τα οποία μπορεί να αναζητηθεί θεραπεία μέσω της σύγχρονης ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας2 είναι, κρίσεις άγχους ή πανικού, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, επαναλαμβανόμενες φοβίες, επαναλαμβανόμενες ψυχαναγκαστικές σκέψεις επιθετικότητας προς τον εαυτό ή τους άλλους ή επαναλαμβανόμενες σκέψεις οι οποίες φαινομενικά δεν έχουν κάποιο νόημα, επαναλαμβανόμενες ενοχλήσεις ή πόνοι σε κάποιο/κάποια σωματικά όργανα ή μέλη του σώματος, συνεχιζόμενη κατάσταση βαθιάς θλίψης, κατάθλιψη, έντονα αντιθετικές εναλλαγές στη διάθεση με σχετικά σταθερή περιοδικότητα, άστατος και μη ποιοτικός ύπνος και διατροφή. Τα παραπάνω εμφανίζονται συνήθως σε συνδυασμό.

  1. Psychoanalytic Psychotherapy, National Library of Medicine ↩︎
  2. Evidence Base of Psychoanalytic Psychotherapy ↩︎

ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία

Ηλίας Κ. Θεοδωρακόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *